Η κοροϊδία της δήθεν αύξησης του κατώτατου μισθού και οι ασφαλιστικές συνέπειες

Η κοροϊδία της δήθεν αύξησης του κατώτατου μισθού και οι ασφαλιστικές συνέπειες

Με καθυστέρηση δύο ετών και ενώ έχει παρεμβληθεί ένα τρίτο -και αχρείαστο- μνημόνιο, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε αύξηση 64 ευρώ στον κατώτατο μισθό. Βέβαια η απόσταση με τα 751 ευρώ που είχε υποσχεθεί παραμένει πολύ μεγάλη.

Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι

  1. Η αναπροσαρμογή έπρεπε να γίνει στα τέλη του 2016 με βάσει τον νόμο Ν. 4172/2013. Υπάρχει καθυστέρηση 2 ετών.
  2. Σε 11 μήνες, από 1/1/2020, οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό θα πληρώνουν έως και 54 ευρώ επιπλέον φόρο το μήνα (650 ευρώ το χρόνο). Αυτό λόγω της ήδη ψηφισμένης από τον ΣΥΡΙΖΑ μείωσης του αφορολόγητου ορίου.

Έτσι, η πραγματική αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μόλις 4 Ευρώ. Από φέτος το αφορολόγητο όριο μειώνεται από τα 8.636€ στα 5.681€.

 

Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 4387/2016 που αναφέρεται στις ασφαλιστικές εισφορές αυτοαπασχολουμένων και ελευθέρων επαγγελματικών, μεταξύ των άλλων «…από 1/1/2019 η ελάχιστη μηνιαία εισφορά, κατά την παρ. 3, για τον κλάδο κύριας σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού…
Στις περιπτώσεις ελεύθερου επαγγελματία ή αυτοαπασχολούμενου που απασχολείται παράλληλα ως μισθωτός σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, η κατά το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μηνιαία ελάχιστη βάση υπολογισμού διαμορφώνεται αφού αφαιρεθούν οι αποδοχές της μερικής απασχόλησης.
Ως προς το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 38″.

 

Δοθέντος ότι επίκειται η αύξηση του κατώτατου βασικού μισθού κατά ποσοστό όπως αναφέρθηκε, κρίνεται επιβεβλημένη η τροποποίηση της εν λόγω διάταξης και η αποσύνδεση της ελάχιστης ασφαλιστικής εισφοράς από οποιαδήποτε αύξηση του βασικού κατώτατου μισθού, καθόσον είναι σαφές ότι η επιβάρυνση αυτή θα προστεθεί στο ήδη βεβαρυμμένο ασφαλιστικό τοπίο στο οποίο καλούνται οι ελεύθεροι επαγγελματίες να διαβιώσουν, με ολοένα επιδεινωμένες και εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες στην ποιότητα ζωής τους και την εισφοροδοτική τους δυνατότητα.

 

Είναι λοιπόν σαφές ότι όχι ουσιαστική αύξηση δεν θα δοθεί, αλλά αντίθετα θα μεγαλώσει η ασφαλιστική επιβάρυνση.

Καλούμε την Κυβέρνηση να σταματήσει τον εμπαιγμό των πολιτών.

Να προχωρήσει σε πραγματικές αυξήσεις, όπως ήταν προγραμματισμένο πριν αναλάβει τα καθήκοντά της, τις οποίες έχει ανάγκη η πληγωμένη κοινωνία.

Να αποσυνδέσει την ελάχιστη ασφαλιστική εισφορά από οποιαδήποτε αύξηση του βασικού κατώτατου μισθού, την οποία η ίδια η Κυβέρνηση ψήφισε για να μην φέρνει την μια κοινωνική ομάδα απέναντι στην άλλη και να προκαλεί διχασμό της Κοινωνίας.

 

Στυλιανός Δ. Μαυρίδης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ , Πολιτευτής ΚΙΝΑΛ Φλώρινας