Η τύχη (της κόρης) – Γράφει ο Σπύρος Α. Ηλιάδης

Η τύχη (της κόρης)

-Η ζέστη έδωσε την θέση της στο κρύο, ο καιρός προμήνυε βροχή, ένα σπουργίτη πέταξε προς το παράθυρο χτύπησε το τζάμι με το ράμφος του και η μεγάλη κόρη άνοιξε.

Κρυώνω, άσε με να μπω είπε, η κόρη έκλεισε το παράθυρο χωρίς δεύτερη σκέψη.

-Το σπουργίτη ξανά πέταξε στο διπλανό παράθυρο χτύπησε το τζάμι και είπε τα ίδια στην μικρή κόρη.

Η μικρή κόρη το καλωσόρισε, το άφησε να κάτσει δίπλα στην φωτιά, θα πεινάς του είπε κακόμοιρο σπουργιτάκι κάτσε θα σου δώσω λίγους σπόρους να φας.

-Το σπουργίτι αφού έφαγε και ζεστάθηκε άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς το παράθυρο, πριν φύγει κουτσούλισε στο περβάζι, ένα διαμάντι έλαμψε και η κόρη έτρεξε να το πάρει, η χαρά της ήταν απερίγραπτη, άμεσος πήγε στην μεγάλη αδελφή και της είπε την ιστορία.

-Από τότε η μεγάλη κόρη ξημεροβραδιάζεται στο παράθυρο περιμένοντας την επιστροφή του σπουργιτιού, μάταια όμως το σπουργίτη δεν ξαναγύρισε ποτέ.-

 

Κεντρική ιδέα: Η τύχη είναι συνήθως μεταμφιεσμένη, γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν την αναγνωρίζει!.

 

Σπύρος Α. Ηλιάδης

Δημοσιογράφος – Εκδότης