“Μια οδοντοστοιχία ήταν. Σιγά το πράμα…”

γράφει ο Σταύρος Πασπάλης
Μπορεί να έχει συμπληρώσει μόλις τα σαράντα χρόνια ζωής, αλλά έχει γεράσει.
Κουράστηκε ο Δόξης. Δεν ξέρει τι πρέπει να ελπίζει στη ζωή του. Θα έχει περάσει τα
πενήντα όταν θα εκτίσει την ποινή των δέκα ετών. Τα τρία πέρασαν και θέλει ακόμη
επτά. Μια αιωνιότητα αν κρίνει κανείς μέχρι τώρα ότι κοντεύει να ξεχάσει τα
πρόσωπα των δύο πολύ αγαπημένων του ανθρώπων, της πολυαγαπημένης κορούλας
του και της βασανισμένης γυναικούλας του. Δέκα χρονών ήταν το κοριτσάκι του όταν
τον πήρανε. Τώρα σίγουρα θα είναι μια κοπελάρα. Θα ψηλώσει αρκετά. Και με τα
μάτια της μητέρας της αδιαμφισβήτητα πανέμορφη.
Το κελί δεν είναι και τόσο άβολο. Αυτό έχει και κρεβάτι. Με σούστες. Και το χοντρό
διπλό πάπλωμα κάνει αρκετά άνετο τον ύπνο. Το προηγούμενο ήταν ένα πέτρινο και
απείχε μόνο 20 πόντους από το πάτωμα που ήταν κοκκινόχωμα. Το τωρινό είναι
πολυτελέστατο. Διαθέτει και ένα μικρό παραθυράκι που βλέπεις στο πουθενά. Το
πουθενά είναι η θάλασσα. Και όταν η πρώτη φορά που είδες θάλασσα ήταν τη στιγμή
που σε μπουντρούμιαζαν στο σαπιοκάραβο με προορισμό το νησί-φυλακή δεν είναι
δυνατόν να λειτουργεί το φιλοπερίεργο ή ο θαυμασμός για το κάθε τοπίο. Αφού
ακόμα δεν μπορείς να συγχρονιστείς με τους άλλους τέσσερις με τους οποίους είσαι
δεμένος με αλυσίδα που ανά πέντε κρίκους έχει ένα μεταλλικό χαλκά. Και σε κάθε
χαλκά δεμένο το δεξί πόδι στο ύψος του αστραγάλου. Τη θάλασσα τη φοβάσαι. Το
κατάστρωμα γεμάτο με κατάδικους. Όλοι ξαπλωμένοι για να ελέγχονται. Καλύτερα
έτσι να βλέπει μόνο τον ουρανό. Όπως στο χωριό. Εκεί πολύ μακριά από τη θάλασσα.
Ο έναστρος ουρανός είναι ίδιος. Κάτι σαν το σπιτικό του.
Ο έτερος του κελιού γιατρός. Σπουδαγμένος. Αντιφρονούντας. Έτσι τουλάχιστον τον
χαρακτήρισαν. Πόσα πράγματα ξέρει! Η βιβλιοθήκη του κελιού. Άποψη; Επί παντός
επιστητού που λένε. Ξέρει εκτός από Ιατρική: Ιστορία, Φιλοσοφία, Πολιτική, μα και
Γεωγραφία. Ξέρει όλες τις χώρες του κόσμου. Τι ωραία αλήθεια η Γεωγραφία! Και ο
Δόξης λατρεύει τη Γεωγραφία. Το Δημοτικό έχει τελειώσει μόνο. Από εκεί και μετά δεν
έχει παραπάνω. Από τη φατρία του δεν σπουδάζει κανείς. Μόνο αυτοί που πήγαν στις
Αμερικές και στις Αυστραλίες. Κάποιοι έρχονται ανά δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Του
έχουν φέρει και ένα παγκόσμιο χάρτη που συχνά τον άπλωνε και έδειχνε τον κόσμο
στην κόρη του. Την κουκκίδα όμως εκεί ποτέ δεν πρόσεξε. Το νησί με το ελάχιστο
νερό.
Πρώτη φορά θάλασσα. Πρώτη φορά νησί. Κι αν αυτά τα δύο είναι η πρώτη φορά, τα
βασανιστήρια των τελευταίων τριών σχεδόν χρόνων είναι πολλές φορές. Κι όχι αυτά
τα σωματικά. Αυτά είναι υποφερτά, γιατί πονάς μόνο εσύ ο ίδιος. Τα άλλα είναι. Τα
ψυχολογικά που σε κάνουν να πιστεύεις ότι πονάν και βασανίζονται και οι δικοί σου,
εκεί μακριά στο χωριό. Έντονη ανασφάλεια και αγωνία μήπως τυχόν τους συμβεί κάτι
κακό. Άλλωστε επικοινωνία καμία μαζί τους. Και τις φωτογραφίες που πήρε μαζί του
του τις κόψανε μπροστά του.
Κι όλα αυτά χωρίς να έχει σκοτώσει, τραυματίσει κάποιον άνθρωπο. Ούτε καν να
ήταν αυτός που θα ήταν η αιτία ή η αφορμή να γίνει κάποιο κακό. Έτσι ήταν οι καιροί
λένε αυτοί που θέλουν να δικαιολογήσουν τα εγκλήματά τους. Ή τέλος πάντων αυτό
που συνηθίζεται να λέγεται: “παράπλευρες απώλειες”. Η ελπίδα είναι ότι θα αλλάξουν τα πράγματα έξω και θα υπάρχει μια λιγότερο βάναυση αντιμετώπιση.
Εδώ και δυο μήνες βγαίνουν έξω κάθε μέρα και κάνουν αγροτικές, γεωργικές δουλειές.
Υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος κήπος που ποτίζεται με το νερό της μοναδικής πηγής
που λένε ότι είναι ακατάλληλο προς πόσιν. Το νερό που πίνουν έρχεται με ένα καράβι
βυτίο που το αδειάζει σε μια δεξαμενή στο μικρό λιμανάκι. Από εκεί το φέρναν
κάποιοι παλιοί κρατούμενοι, αλλά τώρα το κουβαλούν μόνοι με την στάμνα που τους
έχει χορηγηθεί. Μην τυχόν και την σπάσεις γιατί η ποινή σου είναι να μείνεις χωρίς
νερό τρεις μέρες. Τελευταία έσπασε ενός η στάμνα μετά από την τρικλοποδιά που του
έβαλε ένας φύλακας για να σπάσει πλάκα με τους συναδέλφους του. Είναι περίεργο
πόσο ελλειμματικοί είναι οι φύλακες αυτοί σε ενσυναίσθηση του πόνου του άλλου.
Αντιπαθούσαν ιδιαίτερα τους μορφωμένους κατάδικους. Τους έλεγαν βλάκες και
καθυστερημένους. “Τι να τα κάνεις τα γράμματα εδώ, καθηγητάκο μου;” ήταν η
συνηθέστερη φράση τους.
Ο κήπος ήταν ίσως το μοναδικό μέρος με χρώμα στο ξερονήσι. Το πράσινο ήταν αυτό
που κυριαρχούσε. Τα ζαρζαβατικά δεν γνωρίζουν ποιοι τα κατανάλωναν. Οι
έγκλειστοι τρώγαν σε ένα μεταλλικό κεσεδάκι βασικά φακές. Κάποιες φορές πατάτες
μπλουμ, φασόλια σούπα, πλιγούρι. Ότι υπάρχει σε όσπριο και αυτό ξεραμένο.
Ντομάτα δεν είχαν δει. Και η σάλτσα που ενίοτε χρησιμοποιούσαν ήταν σίγουρα
κονσέρβα.
Ο Δόξης αρέσκονταν πολύ να είναι για δουλειές στον κήπο. Όχι για να φάει. Αυτό
αυστηρά απαγορευόταν. Όφειλαν οι κρατούμενοι να προσέχουν μην τυχόν
προκαλέσουν κάποια ζημιά. Αυτό θα αποτελούσε λόγο για καψόνι με αρκετό πόνο.
Αυτό μάλλον ήταν προγραμματισμένο για να υποφέρει ο δυστυχισμένος. Σήμερα το
πρωί η αποστολή του έχει να κάνει με τη συλλογή ντομάτας. Εντάξει, έστω και η οσμή
ήταν κάτι εξαιρετικό. Δημιουργούσε προηγούμενο για τον μεσημεριανό νερόβραστο
τραχανά.
Με πολύ προσοχή τοποθετούνταν στα κασόνια με την ταυτόχρονη αυστηρή,
διερευνητική ματιά των φυλάκων. Ένας από τους κρατούμενους προηγούνταν και
ανάγγελλε φωναχτά των αριθμό των ντοματών που θα έπρεπε να συλλεχθούν από
κάθε σειρά. “Τριάντα οχτώ”, έκραξε ο κρατούμενος. Ο φύλακας κούνησε το κεφάλι του
προς τα κάτω συμφωνώντας και κοιτώντας ταυτόχρονα με πλάγιο και απαξιωτικό
βλέμμα προς αυτόν.
Τι μπορεί να συμβεί από το αναρριχώμενο αυτό φυτό όπου κρέμονται οι
κατακόκκινοι γεμάτοι καμπύλες καρποί της; Μάλλον τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Η
γεύση μιας φρεσκότατης ντομάτας με το ευωδιαστό κλωναράκι της. Μυρωδιές από το
παρελθόν. Και η κατάκτησή της αφημένη στο απώτερο μέλλον. Μια ντομάτα αξιότερη
ενός δυσεύρετου και πανάκριβου αποικιακού φρούτου.
Το να είναι όλα κάρμα όλα στη ζωή με τα δεινά της να συνδυάζονται και να είναι
σημαντικότερα και πιο καθοριστικά απ’ όσο μια ντομάτα. Φροντίζει ο Δόξης με
περισσή δεξιότητα και οπτική εικαστικού να τοποθετεί συμμετρικά τις ντομάτες στο
κασόνι. Ένα κασόνι πολυχρησιμοποιημένο και πρώην ιδιοκτησία ενός -ακη από την
Κρήτη.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… ….τριανταπέντε, τριανταέξι, τριανταεπτά…. Επιτέλους
έφτασε στην τελευταία. Αρκετά με την ταλαιπωρία των τριών αισθήσεων. Της
όρασης, της όσφρησης και της αφής. Αναμνήσεις θα γίνουν κι αυτές όπως όλα τα της ζωής όταν βρεθεί, αμάν και πότε, εκτός της φυλακής. Ναι, το πρώτο πράγμα που θα
κάνει στο χωριό είναι βάλει ντομάτες. Απωθημένα των μικρών, πολύ μικρών
πραγμάτων.
Μέχρι πριν την τελευταία όλες συμμετρικά τοποθετημένες κάλυψαν όλο το κιβώτιο.
Τι κόλλημα κι αυτό; Σε ποιο σημείο θα βάλει την τριακοστή όγδοη; Στη μέση, στην
άκρη; Πού; Έχει φτάσει στην άκρη της σειράς και στο τέλος του κήπου. Κολλητά στο
μικρό τοιχάκι. Και όντας απορροφημένος στην ταξιθέτηση ξαφνικά η ντομάτα
γλιστρά από τα χέρια του και σκάει στην γωνία του τοίχου και σκίζεται! Τώρα;
Η ζωή σου ή η ντομάτα, θα σκεφτόταν κάποιος.
Η πρωτόγονη σχέση ανθρώπου και τροφής, ως αυθορμητισμός, ως αντανακλαστικό,
είναι να την καταβροχθίσεις. Έτσι έκανε ο Δόξης την κατάπιε ένα δευτερόλεπτο μετά
την πτώση. Γιατί από το να την δουν κομματιασμένη είναι προτιμότερο να μην τη
δουν καθόλου.
Λοιπόν, μία, δύο, τρεις…. τριανταέξι, τριανταεπτά… Μία λείπει… Μία λείπει! Πού είναι;
Ο Δόξης κοιτά τον φύλακα με μάτια ορθάνοιχτα όπως ένα κουταβάκι που ακόμη δεν
καταλαβαίνει τον κόσμο. “Πού είναι,βρε παλιο….;” Καμία απάντηση. “Την έφαγες;”
Ο φύλακας καλεί τον αρχιφύλακα για να του ανακοινώσει την εγκληματική δράση
του Δόξη. Ο αρχιφύλακας ακούει και κατόπιν κοιτάει τον δυστυχή εγκληματία. Γυρνά
προς τον φύλακα και του λέει: “Φύλακα, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις” και του δείχνει την
στέρνα με το νερό για το πότισμα. Μια ανοιχτή μπετονιαρισμένη δεξαμενή γεμάτη με
νερό με βάθος όσο ένας μέσος άντρας.
“Έχεις πέντε λεπτά να εμφανίσεις την ντομάτα. Διαφορετικά θα μείνεις μέσα στο νερό
μέχρι αύριο το πρωί.” Συνήθως οι βασανιστές έχουν πρωτότυπες ιδέες βασανισμού
για να γίνονται αρεστοί στους προϊσταμένους και να καρπωθούν κάποια προαγωγή.
Και κατόπιν φουσκώνουν σαν να είναι αυτοί που εφεύραν την γκιλοτίνα.
Τα πέντε λεπτά πέρασαν και επειδή ο εν λόγω τύπος, ο Δόξης, δεν είναι ο πρόγονος
του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ βρέθηκε στο νερό. Μάλλον κρύο το νερό. Τον έφτανε στο
ύψος του στόματός του και ακουμπούσε τους ρώθωνες της μύτης του. Μύριζε σάπιο
χόρτο και είχε γεύση αποσυντιθέμενου μαρουλιού. Έτσι για να καταφέρνει να κρατά
το στόμα του πάνω από την επιφάνεια του νερού ανασηκωνόταν στα δάχτυλα των
ποδιών του για όσο άντεχε να κρατά το στόμα του κλειστό, να μην αναπνέει, να πατά
με όλη τη πατούσα και να ανακτά δυνάμεις κατά κάποιο τρόπο.
Η πιο φριχτή νύχτα που ήρθε να προστεθεί στο βιογραφικό των προηγούμενων αυτά
τα τρία χρόνια. Άρχισε να ξημερώνει. Αισθάνεται ότι κάτι βγαίνει από τη μουδιασμένη
στοματική του κοιλότητα. Αίμα είναι. Πολύ αίμα. Σκέφτεται ότι είναι μια εκτόνωση
του οργανισμού του και μάλλον είναι για καλό. Στην επόμενη βύθιση κλείνει το στόμα
του και πιέζει με τη γλώσσα του τα μπροστινά του δόντια και αισθάνεται και
διαπιστώνει ότι υπάρχει κάποιο κενό. Βάζει το χέρι του στο στόμα του και τότε
πέφτουν στη χούφτα του τρία δόντια. Και μετά κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Δεν έμεινε
κανένα στο στόμα του. Η χούφτα του δεξιού του χεριού είναι γεμάτη με δόντια. Το
νερό έχει γίνει κόκκινο.
Ξημέρωσε. Ο φύλακας εμφανίστηκε με άλλους δύο ακόμη. “Μπράβο, ζεις ακόμη;” του
λέει. Η κυνικότητα που ξεπερνά τα όρια της ζωώδους συμπεριφοράς είναι το ίδιον
αυτών των ανθρώπων. “Ανθρώπων”, είπα; Λάθος.
“Μπορείς να βγεις τώρα.” Ο Δόξης με μεγάλο κόπο και μόνο με την υποστήριξη του αριστερού του χεριού καταφέρνει και βγαίνει από τη δεξαμενή. Ο φύλακας
διαπιστώνει ότι η χούφτα του δεξιού του χεριού είναι κλειστή. “Τι έχεις εκεί στο χέρι
σου, Παλιο…. Γ….;”, του λέει με φωνή που η χροιά της προσομοιάζει εκείνης της
σπασμένης εξάτμισης μοτοσυκλέτας. Απόρησε ο Δόξης παρά την εξάντληση που η
έντασή της είναι πολύ κοντά στο θάνατο. “Την ντομάτα που έκλεψες, παλιοκλέφτη;”
“Τα δόντια μου έχω, φύλακα”, απαντά με σιγανή τρεμάμενη και εντελώς αλλαγμένη
φωνή ο Δόξης. Φωνή ενός φαφούτη που εν μία νυκτί έγινε υπερήλικας.
“Και πώς κάνεις έτσι;” του λέει. “Μια οδοντοστοιχία ήταν. Σιγά!” Και ξεκαρδίζονται
στα γέλια και οι τρεις τους.
Φυσικά του τα πήραν τα δόντια. Φοβήθηκαν μήπως είναι ο Ιάσονας και σπείρει τα
δόντια του δράκου και βγουν από το έδαφος πάνοπλοι πολεμιστές και τότε θα έχουν
πολύ μεγάλο πρόβλημα.
* Η αφήγηση είναι πέρα για πέρα αληθινή και είναι αφιερωμένη σ’ αυτούς που δεν
δικαιώθηκαν ποτέ και κανείς δεν ασχολήθηκε με τη μοίρα τους και τα δεινά τους. Καμία
ιστορική αποκατάσταση, γιατί έχουν γνώση “οι φύλακες”.