Η αναγνώριση του «Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας» και η Συμφωνία των Πρεσπών

Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Καθηγήτριας Νέας Ελληνικής Ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

«Ήρθε μια μέρα ξαφνικά» και η  αναγνώριση  ως νόμιμου σωματείου, με έδρα στην Ελληνική Επικράτεια, του «Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας», από το Πρωτοδικείο Φλώρινας, παρά τις ανακοπές κατά της αναγνώρισης του Σωματείου  που είχαν  υποβληθεί από την Εισαγγελέα Φλώρινας  και άλλους  16 φορείς,

Είναι πλέον φανερό τοις πάσι ότι η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε η βάση για την αναγνώριση «μακεδονικής γλώσσας», ενώ ο συγκεκριμένος  «ιδιωτικός φορέας», μοιάζει να «ψαρεύει σε θολά νερά». Θα υπενθυμίσω τη σημερινή απουσία από το σκεπτικό του «Κέντρου  Μακεδονικής Γλώσσας», των ούτως ή άλλως άχρηστων, όπως έχω προαναφέρει, αστερίσκων της συμφωνίας των Πρεσπών, που αφορούσαν στην αναγνώριση, από τη μεριά των «βορειομακεδόνων», πως η  γλώσσα τους ανήκει  στην οικογένεια των «νοτιοσλαβικών γλωσσών» και ο πολιτισμός τους δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της περιόδου του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου που μεγαλούργησαν στο έδαφος της ελληνικής Μακεδονίας. Όπως εύλογα διακρίνουμε σήμερα, όλες αυτές οι επισημάνσεις/διευκρινίσεις έχουν πλέον ξεχαστεί και εκείνο που απομένει είναι η παράδοση του ονόματος «μακεδονική» γλώσσα, στους γείτονες, στο πλαίσιο της Συμφωνίας  των Κοτζιά-Δημητρώφ.

Μετά την Συμφωνία των Πρεσπών και κυρίως μετά την αναγνώριση του συγκεκριμένου αιτήματος, οι επιπτώσεις επεκτείνονται  και  στην ελληνική επικράτεια. Καταρχήν να θέσω υπόψη σας ότι  στη Μικτή Διεπιστημονική Επιτροπή  «Βόρειας Μακεδονίας»- Βουλγαρίας   ο χαρακτηρισμός της γλώσσας της «Βόρειας Μακεδονίας» ως «μακεδονικής», αποτέλεσε αντικείμενο τριβών ανάμεσα στις δύο χώρες  οι οποίες οδήγησαν στη  διάλυση των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων, επειδή οι Βούλγαροι χαρακτήρισαν αυτή τη γλώσσα ως  «βουλγαρική» γλώσσα και τον πολιτισμό των «Βορειομακεδόνων» ως  «βουλγαρικό». Δεν είναι λοιπόν παράδοξο εμείς ως επισπεύδοντες να επιτρέπουμε σε ιδιωτικές αυτόκλητες ομάδες, εντός της ελληνικής επικράτειας, να απαιτούν την αναγνώριση και διδασκαλία στην Ελλάδα μιας γλώσσας, η ταυτότητα της οποίας αποτελεί και σήμερα αντικείμενο αμφισβήτησης στα διεθνή fora; Και θα μπορούσε ποτέ αυτό να συμβεί, χωρίς την άκριτη παραδοχή του «μακεδονικού» χαρακτήρα της γλώσσας αυτής στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Πρεσπών;

Σύμφωνα με όσα αναγράφονται στους σκοπούς του «Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας» αυτό αποβλέπει στη «διατήρηση και καλλιέργεια της Μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα και την υποστήριξη της εισαγωγής της Μακεδονικής γλώσσας, ως προαιρετικού μαθήματος, σε δημόσια σχολεία και Πανεπιστήμια στην Ελλάδα, ιδίως στις Περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης».

Κι όμως, ενώ το μοναδικό όφελος της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι δεν υπάρχει στις γραμμές της καμία αναφορά ή υπαινιγμός για την παρουσία επί ελληνικού εδάφους μιας άλλης «μακεδονικής ταυτότητας»,  διαφορετικής από την ελληνική, οι διακηρύξεις του Κέντρου προσδίδουν στη σλαβοφωνία  χαρακτηριστικά ταυτοτικής ή  πολιτισμικής ιδιαιτερότητας.  Πρέπει να επισημανθεί λοιπόν ότι το ενδιαφέρον του Κέντρου Μακεδονικής Γλώσσας  μπορεί να αναγνωστεί ως μια απόπειρα «κατασκευής»  μιας ελίτ «σλαβομακεδόνων» με «αδιαφανείς» στόχους, αλλά αυτή τη φορά εντός της Ελλάδας.  Και όσον αφορά στους στόχους αυτούς,  θα πρέπει  να τους θεωρήσουμε ανάλογους με εκείνους που οδήγησαν στο παρελθόν τα κράτη των Βαλκανίων σε συγκρουσιακές διεκδικήσεις.

Και ακριβώς επειδή η ελληνική Μακεδονία αποτέλεσε το μήλο της έριδας των κάθε είδους εθνικισμών των γειτόνων μας στο παρελθόν, θεωρούμε ότι η  αναγνώριση του συγκεκριμένου σωματείου  θα μπορούσε  να οδηγήσει, όπως είχε διαβλέψει από νωρίς ο Πρωθυπουργός της χώρας,  σε επικίνδυνες καταστάσεις  για το μέλλον των παιδιών μας.

Σ.Η