Ο εορτασμός του Μακεδονικού Αγώνα

Πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 20 Οκτωβρίου ο επίσημος εορτασμός του Μακεδονικού Αγώνα στην πόλη της Φλώρινας, με σειρά εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας.

Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν με επίσημη έπαρση της σημαίας στην πλατεία Γ. Μόδη και ακολούθησε επίσημη δοξολογία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Παντελεήμονα.

Αμέσως μετά, στο μνημείο της πλατείας Γ. Μόδη, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων, ενώ πραγματοποιήθηκε και η κεντρική ομιλία από την φιλόλογο κα Βασιλική Μούζα.

 

Ακολουθεί η ομιλία της κας Μούζα:

Όλοι οι αγώνες των ανθρώπων του τόπου μας είχαν σκοπό την υπεράσπιση της πατρώας γης τους και τη διατήρηση της οντότητας των Ελλήνων. Ο Μακεδονικός αγώνας (1904-1908) ήταν η δυναμική απάντηση των Ελλήνων στο βουλγαρικό σοβινισμό.

Ο ανταγωνισμός στο «μακεδονικό χώρο» άρχισε κατά τη δεκαετία του 1890 και ογκώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι τουρκικές τότε κτήσεις στη Βαλκανική εκτείνονταν από τις αρχές της Αδριατικής (Ήπειρο – Αλβανία – Νότια Δαλματία) ως τη Θράκη. Τη γεωγραφική αυτή ζώνη διεκδικούσαν όλα τα βαλκανικά κράτη που γειτνίαζαν: Βουλγαρία – Σερβία – Μαυροβούνιο από βορρά – Ελλάδα από το νότο. Το πιο επίμαχο τμήμα της διαφιλονικούμενης ζώνης ήταν η Μακεδονία, στην ευρύτερη σημασία του γεωγραφικού όρου, όπου ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί στα νοτιότερα διαμερίσματα της, αραιότεροι στα βόρεια, ανάμεικτοι και με βουλγαρικούς και σερβικούς πληθυσμούς. Τέτοιες αναμείξεις πληθυσμών σε παραμεθόριες περιοχές είναι συνήθεις στην ιστορία των λαών. Στο Βαλκανικό όμως χώρο διευκολύνθηκαν περισσότερο, επειδή για αιώνες ζούσαν όλοι οι βαλκανικοί λαοί κάτω από τον Τούρκο κατακτητή με ενιαία διοίκηση.

Όσο ανέβαινε ο εθνικός πυρετός στα Βαλκάνια (γιατί όλοι οι λαοί είχαν αλύτρωτους πληθυσμούς μέσα στην τουρκοκρατούμενη ακόμη ζώνη) και όσο μεγάλωνε η προσδοκία ότι επίκειται η κατάρρευση του τουρκικού κράτους, τόσο οξυνόταν ο ανταγωνισμός για τη διανομή των εδαφών αυτών. Προσπάθειες για συνεννόηση δεν εύρισκαν έδαφος πρόσφορο. Έτσι άρχισαν βίαιες διεκδικήσεις.

Από την ίδρυση της εκκλησιαστικής βουλγαρικής εξαρχίας το 1872 είχε δοθεί το δικαίωμα στους Βούλγαρους να επεκταθούν, με τη μορφή εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, σε αρκετά μεγάλη περιοχή. Η εκκλησιαστική ενσωμάτωση ήταν το προστάδιο, το προοίμιο της εδαφικής προσάρτησης, γιατί οι πληθυσμοί της περιοχής, προσηλωμένοι στην παράδοση, ταυτίζονταν πολύ περισσότερο με την εκκλησία παρά με το εθνικό κράτος. Από αυτήν την εποχή αρχίζει να διαμορφώνεται η ιδέα ότι εξαρχικός σημαίνει Βούλγαρος, ενώ αντίθετα πατριαρχικός σημαίνει Έλληνας. Αυτή ακριβώς η τοποθέτηση του ζητήματος θα αποτελέσει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα περιστραφεί αργότερα όλος ο αγώνας, ειρηνικός στην αρχή με τα αγριότερα μέσα ύστερα. Οι Βούλγαροι προσπαθούν να μεταστρέψουν τον πληθυσμό από το Πατριαρχείο στην Εξαρχία, αρχικά με κηρύγματα και αργότερα , με τη βία• με αναφορές κοινοτήτων που δήλωναν προσχώρηση στη νέα εθνική εκκλησία, αυθόρμητα στην αρχή και με την πίεση ενόπλων ομάδων μετέπειτα- με παράδοση εκκλησιών σε Βούλγαρους ιερείς αλλά και με την αρπαγή εκκλησιών βίαια και με φόνους Ελλήνων ιερέων και προκρίτων θα γίνει η έναρξη του αγώνα.

Το ίδιο περίπου θα συμβεί και με τα σχολεία. Προσπάθεια ειρηνική αρχικά για την εξάπλωση του βουλγαρικού σχολείου στη Μακεδονία και διωγμοί και φόνοι δασκάλων ύστερα. Τότε αρχίζει να αφυπνίζεται ο ελληνισμός και δίνεται περισσότερη σημασία στο σχολείο και στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση έπρεπε πλέον να εξυπηρετεί κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, την εθνική σκοπιμότητα, την προάσπιση του ελληνισμού. Έτσι στη Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα, το ελληνικό σχολείο είναι το ισχυρότερο προπύργιο στη μάχη για την απόκρουση του βουλγαρικού σοβινισμού.

Μετά τον άτυχο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 η Βουλγαρία στέλνει όλο και περισσότερα ένοπλα σώματα στη Μακεδονία. Το κάθε σώμα είχε 10 άνδρες περίπου. Κύριο έργο τους δεν ήταν οι συμπλοκές αλλά η δημιουργία επαναστατικών επιτροπών στα χωριά καθώς και μικρών τοπικών ομάδων. Τον έλεγχο όλων αυτών των τοπικών σωμάτων αναλάμβαναν επαναστατικές επιτροπές που είχαν ιδρυθεί στα κυριότερα κέντρα. Τα μέλη αυτών των σωμάτων και επιτροπών (κομιτάτων) οι Τούρκοι τα ονόμαζαν κομιτατζήδες. Στην πραγματικότητα όμως η Βουλγαρία ευθύς εξαρχής στρατολόγησε ντόπιους ληστές που γνώριζαν την περιοχή –και ήταν συνηθισμένοι στη ζωή του βουνού. Κάθε σώμα ήταν υποχρεωμένο να μένει στην περιοχή του και να συλλέγει χρήματα και εφόδια για να συντηρηθεί. Θεωρητικά πειθαρχούσε και ακολουθούσε τις οδηγίες της Κεντρικής Επαναστατικής Επιτροπής. Στην πράξη όμως δε μπορούσε να εξασφαλίσει τρόφιμα και άλλα εφόδια παρά μόνο με την αρπαγή, τον εξαναγκασμό και την τρομοκρατία. Έτσι πολλές φορές ο πληθυσμός, σλαβόφωνοι πατριαρχικοί συνήθως, ειδοποιούσαν τις αρχές για να προστατευθούν. Οι πληροφοριοδότες αυτοί, που οι κομιτατζήδες χαρακτήριζαν προδότες, έπρεπε να τιμωρηθούν, πράγμα που σήμαινε περισσότερη καταπίεση και αγριότητα στα χωριά. Οι Τουρκικές αρχές προχωρούσαν σε συστηματικές έρευνες στα χωριά και συλλήψεις κομιτατζήδων, αλλά γενικά παρακολουθούσαν ως θεατές τις συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων, που έφθειραν και τις δύο πλευρές.

Σε όλο το χρονικό διάστημα από το 1897 ως το 1904, που θα αρχίσει πραγματικά ο ένοπλος αγώνας των Ελλήνων, καμιά επίσημη ενέργεια από την Ελλάδα δε γίνεται στη Μακεδονία.

Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις μετά την καταστροφή του 1897 όχι μόνο δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν, αλλά και δεν επιθυμούν ν’ αναμιχθούν. Μόνο μερικοί ντόπιοι οπλαρχηγοί αναφαίνονται. Παράλληλα, από τις αρχές του 1900, με τη φωτισμένη παρουσία του Ιωακείμ Γ’ στον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πόλεως, τοποθετούνται στη Μακεδονία νέοι, μορφωμένοι, δραστήριοι και ικανοί ιεράρχες, όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά. Μορφή με αξιόλογη μόρφωση και διοικητική ικανότητα ασχολήθηκε κυρίως με την οργάνωση ένοπλων σωμάτων από ντόπιους και με την τόνωση του ηθικού των «πατριαρχικών» στην περιφέρεια της μητρόπολης του. Συνεργάτης του μητροπολίτη ήταν και ο υποπρόξενος στο Μοναστήρι Ίων Δραγούμης, ο οποίος από τη νευραλγική θέση που κατείχε πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην οργάνωση της εθνικής αντίστασης στη Δ. Μακεδονία. Επίσης η «Εθνική Εταιρεία» οργάνωσε ανταρτικές ομάδες για τη Μακεδονία, οι οποίες εισήλθαν στα μακεδονικά εδάφη για να ενθαρρύνουν και να προστατεύσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς από τη βουλγαρική βιαιότητα, μια και η οθωμανική διοίκηση δεν είχε τη δυνατότητα να καταπνίξει τη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Οι ομάδες αυτές από το 1902 αρχίζουν να είναι πυκνότερες και καλύτερα οργανωμένες.

Στην αρχή του 1904 η κυβέρνηση Θεοτόκη, κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης οργανώνει συστηματικότερα την ελληνική άμυνα στη βουλγαρική πρόκληση. Το Σεπτέμβριο του 4διου χρόνου ο αξιωματικός του ελληνικού στρατού Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, ξεκινά με άλλους άνδρες για να αναλάβει τη γενική αρχηγία των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή Μοναστηρίου – Καστοριάς. Στη Μακεδονία ο Μελάς συνειδητοποίησε ότι εκείνο που είχε γίνει με τη βία, δεν μπορούσε να διορθωθεί παρά μόνο με τη βία. Οι εξαρχικοί έπρεπε να χτυπηθούν. Ο Μελάς άρχισε να οργανώνει την αυτοάμυνα των χωριών και συγχρόνως να αναπτύσσει την πολεμική ικανότητα των ελληνικών σωμάτων. Υπαρχηγός του ήταν ο Φλωρινιώτης Λάκης Πύρζας. Η δράση του Π. Μελά στη Δ. Μακεδονία, η συνεχής προσπάθεια του να τονώσει το ελληνικό φρόνημα στην περιοχή, όχι μόνο με τα όπλα αλλά και με την ίδρυση σχολείων, άρχισε να κλονίζει τη βουλγαρική προπαγάνδα στην περιοχή. Στις 13 Οκτωβρίου 1904 ο Π. Μελάς, περικυκλωμένος από τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα, φονεύεται μετά από ηρωικό αγώνα.

Ο θάνατος του Π. Μελά συγκίνησε ολόκληρο το έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, μετά το θάνατο του Μελά έγινε υπόθεση όλου του ελληνισμού. Το έργο του Μελά ενίσχυσε ο Λάμπρος Κασομούλης, ο οποίος ως γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη μετέβαλε το προξενείο σε αληθινό επιτελείο του Μακεδονικού αγώνα. Σύνδεσμος μεταξύ των ελληνικών προξενείων Θεσ/νίκης και Μοναστηρίου και συντονιστής των ελληνικών σωμάτων της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας ήταν ο Κων/νος Μαζαράκης, Κρητικός, με το ψευδώνυμο Ακρίτας.

Το 1906 η βουλγαρική προσπάθεια στη Μακεδονία είχε εξασθενίσει. Πολλοί κομιτατζήδες είχαν γυρίσει στη Βουλγαρία. Την περίοδο 1906-1908 το επίκεντρο του αγώνα μεταξύ ελληνικών και βουλγαρικών σωμάτων στη Δ. Μακεδονία ήταν ο «βάλτος», η λίμνη των Γιαννιτσών. Βρισκόταν σε στρατηγική θέση ανάμεσα στους δρόμους από τη Θεσ/νίκη προς τα Γιαννιτσά, την Έδεσσα και τη Βέροια. Οι νησίδες και η πυκνή βλάστηση από καλάμια μέσα στη λίμνη δημιουργούσαν ένα ιδανικό περιβάλλον για ανορθόδοξο πόλεμο, στον οποίο πρωταγωνιστής ήταν ο Τέλλος Αγαπηνός, ο καπετάν Άγρας.

Οι Τούρκοι παρακολουθούσαν ως θεατές τις μάχες μεταξύ Ελλήνων και Βούλγαρων που έφθειραν και τις δύο παρατάξεις και επιτίθονταν κατά περίσταση στην ισχυρότερη, συνήθως στην ελληνική. Ο Μακεδονικός Αγώνας που κορυφώθηκε στα χρόνια 1904-1908 ουσιαστικά έληξε όταν επικράτησε στην Τουρκία το κίνημα των Νεότουρκων (1908). Οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να εκτοπίσουν όλους τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τότε, κάτω από τη νεοτουρκική πίεση όλα τα βαλκανικά κράτη, επομένως η Ελλάδα και η Βουλγαρία, υποχρεώθηκαν να κινηθούν προς συνεννόηση και κοινή προετοιμασία του αγώνα κατά των Τούρκων.

Για τη στρατιωτική υπεροχή των ελληνικών σωμάτων κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα δεν υπάρχει αμφιβολία- τούτο οφείλεται κατά πολύ στην ικανότητα των αρχηγών και τον εθελοντισμό όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στον αγώνα. Ο αριθμός τους ποτέ δεν ξεπέρασε τους 2000 με 2500 άνδρες σε όλη τη Μακεδονία. Αυτή όμως η σχετικά μικρή δύναμη πολεμιστών υποστηρίζονταν από μια καλή οργάνωση των ντόπιων σε πόλεις και χωριά και σε ένα καλό δίκτυο πληροφοριών σε όλη τη Μακεδονία. Πολλοί Φλωρινιώτες πρωταγωνίστησαν και θυσιάστηκαν για τον αγώνα, όπως ο καπετάν Κώττας, ο Π. Κύρου, ο Π. Χατζητάσης, ο Γρηγόρης και ο Τέγος Σαπουντζής, ο Αντίγονος Χολέρης, ο Σταύρος Κωτσόπουλος και πολλοί άλλοι.

Είναι αλήθεια πως στην αρχή του αγώνα υπήρχαν μαζικές καταστροφές σωμάτων αλλά γρήγορα οι Έλληνες [προσαρμόστηκαν στην ιδιομορφία της αναμέτρησης. Ο απολογισμός των θυσιών είναι σκληρός. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν πάνω από 700 άνθρωποι με τα ένοπλα σώματα, ενώ συγχρόνως δολοφονήθηκαν από τους κομιτατζήδες 600 ντόπιοι πατριαρχικοί στο Βιλαέτι Θεσ/νίκης και άλλοι 650 στο Βιλαέτι Μοναστηρίου.

Η μεγάλη σημασία του Μ. Α. για τον ελληνισμό είναι αναμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 ως το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του αγώνα που έκανε ο ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι όπλων.

Οι Έλληνες της Μακεδονίας αλλά και πολλοί εθελοντές Κρητικοί και Μανιάτες με τον αποφασιστικό τους αγώνα απέτρεψαν τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και εξασφάλισαν την ελευθερία της περιοχής που οριστικοποιήθηκε λίγο αργότερα με τους βαλκανικούς πολέμους. Έτσι δικαιώθηκε ο Ίωνας Δραγούμης που διακήρυσσε τη σωτηρία της Μακεδονίας με απώτερο στόχο την ηθική λύτρωση όλων. Γι’ αυτό οφείλουμε να εκτιμούμε τη θυσία των Μακεδονομάχων και να μην την ξεχνάμε μπροστά σε άλλα νεώτερα, δραματικά για την ιστορία του ελληνισμού γεγονότα, που το καθένα τους συμπιέζει ή και εκτοπίζει στη μνήμη ,των νεώτερων γενεών τα προηγούμενα. Στους Μακεδονομάχους οφείλουμε τη φωτεινή και λαμπρή αυγή του αιώνα μας.