Το ΚΚΕ τιμά τα 50 χρόνια από τον ηρωικό φοιτητικό και εργατικό – λαϊκό ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου

Ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου ήταν αποκορύφωμα και ώριμος καρπός της αρχικά αργόσυρτης προσπάθειας οργάνωσης της αντιδικτατορικής πάλης που ξεκίνησε από την επόμενη μέρα της επιβολής της δικτατορίας της 21ης Απρίλη, σε συνθήκες βάναυσης κρατικής καταστολής και απαιτώντας θυσίες. Τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ αφιέρωσαν σε αυτή την προσπάθεια όλες τους τις δυνάμεις, παρότι η δικτατορία βρήκε το Κόμμα οργανωτικά και ιδεολογικά – πολιτικά ανέτοιμο, με διαλυμένες τις Κομματικές του Οργανώσεις από το 1958. Αρνούμενοι να αποκηρύξουν τις ιδέες και τη δράση τους και να υποστείλουν τη σημαία της αντίστασης στα κρατητήρια και τα βασανιστήρια, στις φυλακές και τις εξορίες ή οργανώνοντας την αντιδικτατορική πάλη σε χώρους δουλειάς, εργατογειτονιές, σχολεία και αμφιθέατρα, άλλοι περισσότερο ψημένοι στους ταξικούς αγώνες των προηγούμενων χρόνων και άλλοι κάνοντας τα πρώτα βήματά τους, κράτησαν ζωντανή τη φλόγα της οργανωμένης εργατικής – λαϊκής πάλης, όταν όλα τα σκίαζε η φοβέρα.
Το ΚΚΕ αισθάνεται ιδιαίτερα περήφανο για την τότε στάση των κομμουνιστών και κομμουνιστριών. Τους τιμά απεριόριστα, όπως και όλους τους ριζοσπάστες αγωνιστές, που διώχτηκαν πολύτροπα, προσέφεραν ακόμα και τη ζωή τους στο εργατικό – λαϊκό κίνημα. Οι νέοι κομμουνιστές και κομμουνίστριες, κάθε νέος και νέα που δεν χωρά στο σημερινό σύστημα της ταξικής εκμετάλλευσης, έχουν πολλά να διδαχτούν από το πρότυπο ζωής τους, όπως και από την επιμονή τους να αντιστέκονται και να δρουν σε συνθήκες παρανομίας. Αυτή η επιμονή αποτέλεσε και τον θεμέλιο λίθο της αντιδικτατορικής πάλης.
Από την πρώτη μέρα της δικτατορίας αναδείχτηκε ως προϋπόθεση για την παραπέρα ανάπτυξη της αντιδικτατορικής πάλης η σύγκρουση του ΚΚΕ με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, που στην πλειοψηφία τους απείχαν από την οργανωμένη μαζική αντιδικτατορική πάλη και με την οπορτουνιστική ομάδα στο εσωτερικό του, που καλλιεργούσε την ηττοπάθεια και τη μοιρολατρία και έθετε εμπόδια στην ανασυγκρότηση των Κομματικών Οργανώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η διάσπαση με την οπορτουνιστική ομάδα στην 12η Ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1968) και στη συνέχεια η τιτάνια προσπάθεια για την εκ νέου συγκρότηση παράνομων Κομματικών Οργανώσεων και η ίδρυση της ΚΝΕ έδωσαν νέα πνοή στον αντιδικτατορικό αγώνα. Με τη συμβολή δεκάδων αφανών ηρώων το ΚΚΕ και η ΚΝΕ έστησαν παράνομο εκδοτικό μηχανισμό, που συνέβαλε στην πληροφόρηση και οργάνωση της αντιδικτατορικής πάλης, έδρασαν ως πρωτοπορία στις μικρές και μεγαλύτερες εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις. Συνιστά διαχρονικό δίδαγμα ότι η ιδεολογική – πολιτική και οργανωτική συγκρότηση και ανάπτυξη του ΚΚΕ αποτελεί όρο για την ανάκαμψη και την αντεπίθεση του εργατικού – λαϊκού κινήματος σε όλες τις συνθήκες.
Στην πορεία του χρόνου, η δράση των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών ενισχύθηκε από την απόλυση πολιτικών κρατουμένων που στελέχωσαν τις Κομματικές Οργανώσεις (1971-1972) και ακόμα περισσότερο όταν η καπιταλιστική οικονομική κρίση (1973) διέρρηξε τις κοινωνικές συμμαχίες της δικτατορίας με τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας και των μεσαίων στρωμάτων. Ετσι, γύρω από τους πρωτοπόρους της αντιδικτατορικής πάλης, άρχισαν να συγκεντρώνονται όλο και μεγαλύτερες εργατικές – λαϊκές μάζες, οι σποραδικές αντιδικτατορικές ενέργειες πύκνωσαν, μετεξελίχθηκαν σε εργατικές και αγροτικές κινητοποιήσεις και άλλες λαϊκές αντιδικτατορικές εκδηλώσεις, όπως αυτές ενάντια στις απαλλοτριώσεις προς όφελος των εφοπλιστών ή η τεράστια συμμετοχή στο μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου. Αιχμή του αντιδικτατορικού κινήματος εκείνη την περίοδο αποτέλεσε το μαζικό οργανωμένο φοιτητικό κίνημα που κορυφώθηκε με τις καταλήψεις της Νομικής (Φλεβάρης και Μάρτης 1973), με πολύμορφες εκδηλώσεις σε όλα τα πανεπιστήμια και τελικά με τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου.

Η ιδιαίτερη σημασία του Πολυτεχνείου έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ο φοιτητικός και ευρύτερα νεολαιίστικος ξεσηκωμός συγκέντρωσε άμεσα την ενεργητική αλληλεγγύη χιλιάδων εργατοϋπαλλήλων και άλλων λαϊκών δυνάμεων στα σημαντικότερα αστικά κέντρα. Οι αγωνιστές του ξεσηκωμού σμπαράλιασαν τα αστικά κηρύγματα περί πολιτικού ρεαλισμού, που επιχειρούσαν να περιορίσουν τα φοιτητικά και εργατικά – λαϊκά αιτήματα στον «στενό ορίζοντα» ανώδυνων για την καπιταλιστική εξουσία επιλογών και αλλαγών. Ταυτόχρονα, ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου απέδειξε ότι ο αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων αλλάζει μόνο από την οργανωμένη δράση του εργατικού – λαϊκού παράγοντα, ενάντια σε κάθε αναμονή και ψευδαίσθηση ότι οι αλλαγές κορυφών μπορούν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων.
Το Πολυτεχνείο «βάφτηκε» στο αίμα, όμως όξυνε τις αντιθέσεις και βάθυνε τα ρήγματα στους κόλπους της δικτατορικής στρατιωτικής ηγεσίας. Η καταστολή των αφυπνισμένων φοιτητικών και εργατικών – λαϊκών μαζών δεν αποτέλεσε ήττα, αλλά προπομπό των επερχόμενων μαχών. Το Πολυτεχνείο όχι μόνο ενταφίασε οριστικά τα σχέδια της λεγόμενης φιλελευθεροποίησης της χούντας, αλλά και «απονομιμοποίησε» τη δικτατορία στη συνείδηση ευρύτερων εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, που δεν συμμετείχαν έως τότε στο αντιδικτατορικό κίνημα. Μαζί με την τραγωδία της Κύπρου, επιτάχυνε την πτώση της δικτατορίας.
Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 δεν υπήρξε το έργο κάποιων «αφρόνων αξιωματικών», όπως επιχείρησε έκτοτε να το παρουσιάσει μερίδα του αστικού πολιτικού κόσμου, προκειμένου να «εξαγνιστεί» των ευθυνών της και να αποκρύψει τον πραγματικό στόχο του. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα του «κράτους της δεξιάς» ή της παραβίασης της καπιταλιστικής νομιμότητας, όπως αναφέρει για τους ίδιους λόγους άλλη μερίδα των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Η στρατιωτική δικτατορία υπήρξε μία από τις εναλλακτικές μορφές της εξουσίας του κεφαλαίου, που επιλέχτηκε στη βάση των τότε προτεραιοτήτων και των αναγκών της σε σχέση με τον εγχώριο και διεθνή συσχετισμό, πάντα με στόχο τη θωράκιση και διαιώνισή της. Ηταν προϊόν των χαρακτηριστικών και των αδιεξόδων του αστικού πολιτικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ειδικότερα μετά τον τερματισμό του τρίχρονου ταξικού αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
Οι ρίζες της δικτατορίας των συνταγματαρχών βρίσκονταν στην τότε ανάγκη αναμόρφωσης δομών και μηχανισμών του αστικού κράτους, κυρίως της σχέσης παλατιού – κυβέρνησης, αναφορικά με τον έλεγχο του Στρατού. Επίσης, στην ανάγκη αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, που είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές του στην κρατική και εργοδοτική βία, αλλά και στη χειραγώγηση και ενσωμάτωση των εργατικών – λαϊκών μαζών. Παράλληλα, η διαχείριση του Κυπριακού αποτελούσε εστία όξυνσης ενδοαστικών αντιθέσεων και τριγμών, που περιπλέκονταν με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και διαπερνούσαν τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα στελέχη του αστικού στρατού. Γι’ αυτό, η «αναστολή» του κοινοβουλευτισμού συζητιόταν και από βασικές αστικές πολιτικές δυνάμεις και από το παλάτι, αλλά τελικά εκτελέστηκε από εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης και τις δυνάμεις των συνταγματαρχών που κινήθηκαν με τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και ταχύτητα.
Η ομάδα των πραξικοπηματιών είχε εκκολαφτεί στο πλαίσιο των μηχανισμών του μεταπολεμικού κράτους και του αστικού στρατού, αλλά και του ΝΑΤΟ, με κεντρικό στόχο τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας και την καταστολή του κομμουνιστικού και του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Αυτό εξηγεί γιατί η δικτατορία έγινε δεκτή από μεγάλο μέρος του στρατεύματος, από κυρίαρχα τμήματα των Ελλήνων καπιταλιστών και από τις κύριες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (ΝΑΤΟ, ΕΟΚ κ.λπ.) του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους.
Ο τότε ανύπαρκτος «κομμουνιστικός κίνδυνος» αποτέλεσε την επίσημη δικαιολογία της δικτατορίας και ο ανοικτός αντικομμουνισμός την επίσημη ιδεολογία της, αν και η καταστολή του εργατικού – λαϊκού κινήματος, οι φυλακίσεις και οι εξορίες των κομμουνιστών, η δράση κρατικών και παρακρατικών αστικών μηχανισμών υπήρξαν χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής αστικής διακυβέρνησης.
Στις μέρες μας, το σύνθημα του Πολυτεχνείου «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» παραμένει τραγικά επίκαιρο. Γιατί η ακρίβεια τσακίζει το ήδη συμπιεσμένο εργατικό – λαϊκό εισόδημα, μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης βασίζεται στην εποχιακή εργασία ή βιώνει τις συνέπειες των «ελαστικών ωραρίων» και όλων των σύγχρονων αντεργατικών τερατουργημάτων και της εργοδοτικής τρομοκρατίας, ζει σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας και επιδρομής των καπιταλιστικών συμφερόντων στη δημόσια Υγεία και Παιδεία, διόγκωσης του θεσμικού πλαισίου και των πολυπλόκαμων μηχανισμών καταστολής της εργατικής – λαϊκής πλειοψηφίας και των αγώνων της. Ταυτόχρονα, γίνεται όλο και πιο ισχυρό το ενδεχόμενο μιας νέας παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, σαν αυτή που συντάρασσε την Ελλάδα και όλο τον καπιταλιστικό κόσμο το 1973.
Αν και πέρασε μισός αιώνας νέων επιστημονικών – τεχνικών επιτευγμάτων, η ικανοποίηση όλων των σύγχρονων αναγκών των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων συνεχίζει να σκοντάφτει στο γεγονός ότι οι καπιταλιστές εξακολουθούν να έχουν στα χέρια τους την ιδιοκτησία των σύγχρονων μέσων παραγωγής, την οργάνωση της παραγωγής και γενικότερα της οικονομίας και της κοινωνίας. Μπορεί η δικτατορία των συνταγματαρχών να παρέδωσε τη σκυτάλη στον αστικό πολιτικό κόσμο, αλλά η δικτατορία του κεφαλαίου παραμένει.
Επίκαιρα παραμένουν και τα συνθήματα «Εξω αι ΗΠΑ», «Εξω το ΝΑΤΟ», που κοσμούσαν τις πύλες του Πολυτεχνείου, στη διάρκεια του τριήμερου ξεσηκωμού, δίνοντας το αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο των κινητοποιήσεων. Σήμερα, οι αλλαγές που έχουν επέλθει στη διάταξη των καπιταλιστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών δεν κάνουν τους λαούς λιγότερο ανήσυχους ή περισσότερο ασφαλείς. Αυτό δείχνει η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ και αυτές της Ρωσικής Ομοσπονδίας στα εδάφη της Ουκρανίας και η γενικότερη διαμάχη ανάμεσα στο ευρωαμερικανικό ιμπεριαλιστικό κέντρο, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης από τη μια και το ευρασιατικό από την άλλη, με επικεφαλής την Κίνα και τη Ρωσική Ομοσπονδία, που μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο γενικευμένο πόλεμο. Το ίδιο αποδεικνύει η σημερινή σφαγή του παλαιστινιακού λαού από το κράτος – δολοφόνο του Ισραήλ και τους συμμάχους του μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, που ρίχνει κάθε μάσκα του υποκριτικού ενδιαφέροντος των καπιταλιστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών για τα ανθρωπιστικά δικαιώματα. Οπως και στην περίπτωση της μαζικής εκτόπισης των Αρμενίων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, δεν πρόκειται για ανθρωπιστική κρίση ούτε για κρίση του ανθρωπισμού. Είναι το απάνθρωπο πρόσωπο του καπιταλισμού που σαπίζει.
Οι λαοί ήδη βιώνουν τις εφιαλτικές συνέπειες των συγκρούσεων των καπιταλιστών για το μοίρασμα των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των δρόμων μεταφοράς Ενέργειας και εμπορευμάτων, των αγορών και των σφαιρών επιρροής. Δεν είναι μόνο οι απώλειες στο πεδίο των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων, αλλά και η φτώχεια που φέρνει ο πόλεμος ως καταστροφή, ως προσφυγιά, ως πολεμική δαπάνη, ως αποτέλεσμα του οικονομικού πολέμου που βιώνουμε.
Το ελληνικό αστικό κράτος (σήμερα με κυβέρνηση της ΝΔ, πριν του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα παλιότερα του ΠΑΣΟΚ) επιδιώκει πάντα τη γεωστρατηγική αναβάθμισή του σε ανταγωνισμό με τη – σύμμαχο στο ΝΑΤΟ – Τουρκία. Σε αυτή την κατεύθυνση πραγματοποίησε νέες συμφωνίες ενίσχυσης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ, σύναψε «στρατηγική εταιρική σχέση» με τη Γαλλία, υπέγραψε συμφωνίες με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, ανέχεται τις σφαγές του ισραηλινού στρατού στη Λωρίδα της Γάζας.
Ομως, η ύπαρξη στρατιωτικών βάσεων, θαλάσσιων και εναέριων υπερόπλων, η όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς συνιστά μαγνήτη της επιθετικότητας των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Αυτή είναι που καθιστά τη χώρα μας στόχο αντιποίνων και όχι ο νεαρός Παλαιστίνιος που ύψωσε τη σημαία της πατρίδας του για να διαμαρτυρηθεί για τη σφαγή του λαού του. Ο πακτωλός χρημάτων, που αντλείται από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και δίνεται στο ΝΑΤΟ και στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όχι μόνο συνευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση των υποδομών σε Παιδεία – Υγεία κ.λπ., αλλά και δεν θωρακίζει την άμυνα της χώρας, την ασφάλεια και την ειρήνη των λαών της περιοχής.
Αυτό αποδείχτηκε και την περίοδο της δικτατορίας, οπότε σε συνέχεια της πολιτικής των προδικτατορικών κυβερνήσεων η χώρα μπλέχτηκε ακόμα περισσότερο στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, με στόχο τη γεωπολιτική αναβάθμιση της καπιταλιστικής εξουσίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το γεγονός αυτό της εξασφάλισε τόσο τη στήριξη των ΗΠΑ, όσο και τις οικονομικές σχέσεις με τις χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης. Ωστόσο, οι κατοπινές εξελίξεις, ειδικότερα η τραγωδία της Κύπρου, η τουρκική επέμβαση και η συνεχιζόμενη κατοχή, απέδειξαν τους κινδύνους που εγκυμονούν για τους λαούς οι αστικοί σχεδιασμοί.
Ακόμα, ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου απέδειξε ότι μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είτε σε συνθήκες στρατιωτικής δικτατορίας είτε σε συνθήκες αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έρχονται ιστορικές στιγμές απότομων ξεπεταγμάτων και ξεσπασμάτων των «κοιμισμένων» μέχρι χτες εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, οι οποίες διεκδικούν, έστω και με μια θολή αντίληψη, γενικότερες αλλαγές που ξεφεύγουν από τις συνηθισμένες διεκδικήσεις και υιοθετούν πιο ανεβασμένες μορφές πάλης. Το κομμουνιστικό και εργατικό – λαϊκό κίνημα και οι φορείς του πρέπει να είναι προετοιμασμένο πολύμορφα για αυτές τις στιγμές.
Το ΚΚΕ, αντλώντας διδάγματα, έμπνευση και δύναμη από τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, συνολικά από την υπερεκατοντάχρονη ιστορική πορεία του, την ιστορία των αλύγιστων της ταξικής πάλης, προχωρά μπροστά, δίνοντας το χέρι σε όποιον σηκώνεται, στις μικρές και τις μεγάλες μάχες που δίνει καθημερινά ο λαός μας. Ετσι ώστε, με δυνατό ΚΚΕ και με μαζική εργατική – λαϊκή αντεπίθεση, να ανοίξουμε τον δρόμο για τις ριζικές αλλαγές που απαιτούν οι καιροί, για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.
Νοέμβρης 2023
Η ΚΕ του ΚΚΕ