Πόσο κόστισαν οι ανθυγιεινές τροφές και η κακή διατροφή πάνω μας και στο περιβάλλον – Έκθεση του ΟΗΕ

Το πώς και το τι τρώμε οδηγεί σε «κρυφό κόστος», σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO). Το λίπος και η ζάχαρη στην προκειμένη περίπτωση έχουν υψηλή τιμή. Η διατροφή μας όχι μόνο ικανοποιεί την πείνα, αλλά προκαλεί και «κρυφό κόστος» ύψους χιλιάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) προσπάθησε για πρώτη φορά να υπολογίσει την επιβάρυνση, που προκαλείται κυρίως από την κακή διατροφή και τη ρύπανση του περιβάλλοντος.

Μετά την αξιολόγηση 154 χωρών, ο οργανισμός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος της διατροφής αντιπροσωπεύει είναι σημαντικό κρυφό κόστος. Το κρυφό κόστος ο Οργανισμός Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών και ο Οργανισμός Τροφίμων (FAO), σε έκθεση που δημοσιεύθηκε την περασμένη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου, το υπολογίζει σε τουλάχιστον 10.000 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως (9.300 δισεκατομμύρια ευρώ), ή στο 10% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).

Σύμφωνα με την παραπάνω ετήσια έκθεσή τους για την «Κατάσταση των τροφίμων και της γεωργίας στον κόσμο» (Sofa), περισσότερο από το 70 τοις εκατό του κρυφού κόστους της ανθυγιεινής διατροφής προέρχεται από εξαιρετικά επεξεργασμένα τρόφιμα, το λίπος και τη ζάχαρη. Τα τρόφιμα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε παχυσαρκία, καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη ή και καρκίνο και έτσι να βλάψουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Σύμφωνα με το FAO, οι επιβαρύνσεις αυτές είναι ιδιαίτερα υψηλές στις χώρες υψηλού (ανεπτυγμένες) και μεσαίου εισοδήματος.

Η έλλειψη φρέσκων φρούτων και λαχανικών, φυτικών ινών και η υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος αποτελούν έναν από τους κύριους παράγοντες κινδύνου σε ότι αφορά στην εμφάνιση καρκίνου. Τo Διεθνές Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (Centre international de recherche sur le cancer – CIRC) έχει ταξινομήσει την κατανάλωση επεξεργασμένων κρεάτων, συμπεριλαμβανομένων των αλλαντικών, ως καρκινογόνα για τον άνθρωπο και την κατανάλωση κόκκινου κρέατος (εκτός των πουλερικάών) ως πιθανώς καρκινογόνο.

Το περιβαλλοντικό κόστος οφείλεται κυρίως στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και αζώτου, στις αλλαγές χρήσης της γης και στην κατανάλωση νερού. Ο FAO εκτιμά το μερίδιό του παραπάνω κόστους στο συνολικό κόστος στο ένα πέμπτο. Σε αντίθεση με τις ασθένειες, που σχετίζονται με τη διατροφή και πλήττουν τις βιομηχανικές χώρες, το περιβαλλοντικό κόστος πλήττει σκληρά και τις φτωχότερες χώρες. «Η έκταση του περιβαλλοντικού κόστους είναι πιθανώς υποτιμημένη και τούτο διότι τα διαθέσιμα δεδομένα» είναι περιορισμένα, γράφουν οι ειδικοί του FAO.

Συνολικά, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος επηρεάζονται περισσότερο από το κρυφό κόστος των γεωργικών και επισιτιστικών συστημάτων, ειδικά όταν μετρούνται με βάσει τις οικονομικές τους επιδόσεις. Αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ των χωρών τους. Στις χώρες μεσαίου εισοδήματος, ωστόσο, είναι 12 τοις εκατό, ενώ για τις πλουσιότερες χώρες είναι λιγότερο από 8 τοις εκατό.

Αυτό συμβαίνει επίσης επειδή ο FAO περιλαμβάνει το «κοινωνικό κόστος», το οποίο συμπεριλαμβάνει τη φτώχεια και τον υποσιτισμό, στο κρυφό κόστος. Σε χώρες όπως η Νιγηρία και η Τανζανία, για παράδειγμα, τέτοιοι παράγοντες άγχους κυριαρχούν. Αλλά στο Πακιστάν, το Βιετνάμ και την Αίγυπτο, οι προκλήσεις λόγω ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή, όπως η παχυσαρκία, είναι παρόμοιες με εκείνες στις χώρες υψηλού εισοδήματος,

Είναι απαραίτητο να ωθήσουμε τα συστήματα τροφίμων μας προς δικαιότερους και πιο βιώσιμους τρόπους παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις. Για αρκετά χρόνια, η επιστημονική εργασία εργάζεται για να ποσοτικοποιήσει αυτά τα κρυφά κόστη, μέσω της προσέγγισης που είναι γνωστή ως «Πραγματική Λογιστική Κόστους» (True Cost Accounting). Σε αυτήν την έκθεση, ο FAO παίρνει τη μεθοδολογία αυτή και την τελειοποιεί αξιολογώντας το βάρος αυτού του κόστους στις εθνικές οικονομίες 154 χωρών.

Μας ενδιέφεραν τρεις μεγάλες διαστάσεις των συστημάτων τροφίμων: κοινωνικές επιπτώσεις, επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία, εξηγεί ο David Laborde, οικονομολόγος και διευθυντής του τμήματος στον FAO. Το κύριο μάθημα αυτής της έκθεσης, εκτός από την πολύ υψηλή συνολική αξία αυτών των κρυφών δαπανών, είναι ότι επιβαρύνουν δυσανάλογα τις οικονομίες των χωρών χαμηλού εισοδήματος, όπου αντιπροσωπεύουν το 27% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με το 11% για τις χώρες μεσαίου εισοδήματος και 8% για τις χώρες υψηλού εισοδήματος.

Τελειώνοντας θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το επόμενο έτος ο FAO σχεδιάζει να παράσχει μια πιο λεπτομερή αξιολόγηση του κρυφού κόστους και να κάνει συστάσεις για πολιτικές παρεμβάσεις, όπως αλλαγές σε φόρους ή επιδοτήσεις.

Δρ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Π. ΣΥΜΕΩΝ